Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

ΜΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΣΤΕΦΑΝΟΥ..











































ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΟ ΤΙΜΟΝΙ..
Το πρώτο μου αυτοκίνητο ήταν ένα  seat ibiza του 1987 1200 κυβικά...Μόλις το αγόρασα ,ο Μήτσος,ο παιδικός μου φίλος και αργότερα κουμπάρος μου,μου το φερε έξω από το σπίτι.Ταυτόχρονα έκανα και μαθήματα οδήγησης. Τα μαθήματα τέλειωσαν,πήρα και το δίπλωμα,αλλά το αμάξι έμεινε παρκαρισμένο έξω από το σπίτι μου στου Ζωγράφου-εκεί έμενα τότε - αλλά δεν τολμούσα να το πάρω!Έφτανε το Πάσχα 'όμως και έπρεπε να πάρω την μεγάλη απόφαση.
Σηκώθηκα μια Κυριακή πρωί,χαράματα,τότε που η Αθήνα κοιμόταν ακόμα,μπήκα στο βολάν του αυτοκινήτου και πήγα μια μικρή βόλτα. Τα χέρια μου γλιστρούσαν πάνω στο τιμόνι από τον ιδρώτα και την ένταση,τόσο που νόμιζα ότι πατούσα πάνω σε ναρκοπέδιο κι όχι σε δρόμο..Γύρισα μετά από κάνα τέταρτο σπίτι τόσο κουρασμένος και  ήμουν τόσο πιασμένος, λες κι αυτή την ώρα που οδηγούσα έσκαβα..Τ' άφησα πάλι στην ίδια θέση-ευτυχώς με περίμενε εκεί άδεια-και πήρα άλλη μια  μεγάλη απόφαση!Θα πάρω τον αέρα του αυτοκινήτου όταν πάω στο Χωριό!
Την άλλη μέρα πήρα τον Μήτσο τηλέφωνο..
-Φεύγουμε για χωριό Μ. Πέμπτη του λέω!Οδηγείς εσύ,αλλά μετά από το Αγρίνιο το παίρνω εγώ!
Ο Μήτσος συμφώνησε.
-Αν είναι να πάρεις το αμάξι ,να το πάρεις στην Εθνική οδό..Ο δρόμος για το χωριό είναι πολύ πιο δύσκολος,αρκέστηκε μόνο να μου πει
                                                                           ❉❉❉❉❉❉❉❉
Την Μ.Πέμπτη ήρθε ο Μήτσος από το σπίτι μου μ ένα μεγάλο σακβουαγιάζ!Εγώ είχα βάλει την βαλίτσα μου ήδη στο πορτ μπαγκαζ και τον περίμενα με αγωνία στον δρόμο.
Μόλις έφτασε άναψε τσιγάρο με κοίταξε και μου πε γελώντας:
Καλά ούτε μπροστά δεν το έβαλες για να το ζεστάνεις λίγο;Στην ίδια θέση που τ' άφησα βλέπω είναι!
Κοίταξα μια το αυτοκίνητο και μια το Μήτσο..Δεν είχα ιδέα για το τι ζέσταμα ήθελε τα μάξι,αλλά κατάλαβα ότι επειδή ήταν κρύος ο καιρός,ένα ζέσταμα η μηχανή του θα το θελε!
-Αν το ξερα θα το σάαιζα* από χτες όπως τα γαϊδούρια αλλά  δεν μου το πες..
Γελάσαμε κι αφού τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας  μπήκαμε μέσα!Ο Μήτσος έκατσε καμαρωτός,καμαρωτός στην θέση του οδηγού.
Έβαλε τα γυαλιά ηλίου,παρότι ήταν σύθαμπη η μέρα από τα σύννεφα,πήρε το ανάλογο ύφος κι έβαλε να ανάψει την μηχανή.
                                                                                           ❉❉❉❉❉❉❉❉❉
Βάλαμε μουσική χαλαρώσαμε και ξεκινήσαμε..
Μετά την Παλιοβουνα ο καιρός αγρίεψε.
Σε όλο τον δρόμο έβρεχε ασταμάτητα και τα πυκνά σύννεφα έκανα την μέρα νύχτα!
Γύρω στις 3 το μεσημέρι φτάσαμε Αγρίνιο!Συμφωνήσαμε να μην σταματήσουμε για να προλάβουμε την μέρα ,γιατί νύχτα ήταν αδύνατον να οδηγήσω. Θα πίναμε όπως συμφωνήσαμε τα τσιπουρακια μας στο καφενείο του Κακκαβα, στο χωριό και μετά θα πηγαίναμε στα σπίτια μας!
Μόλις φτάσαμε στο Πλατανακι,εκεί που αρχίζει δηλαδή ο δρόμος για το χωριό ζήτησα από τον Μήτσο να αλλάξουμε θέσεις.
-Πάρτο κοντά στο χωριό καλύτερα ,έχει πολύ βροχή και ομίχλη! Θα δυσκολευτείς!Τον δρόμο όμως τον είχαμε περπατήσει με τα μηχανάκια τα καλοκαίρια της εφηβείας μας κι αυτό μου έδινε σιγουριά.
Έκατσα στο τιμόνι του οδηγού.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησα!
Σταματήσαμε μπροστά στο καφενείο του μπάρμπα Γιώργου του Κακκαβά
Αφού τσούξαμε από δυο τρία τσιπουράκια ,σηκωθήκαμε να φύγουμε. Είχα  ήδη καθυστερήσει,ήξερα ότι οι δικοί μου με περιμένανε από ώρα.
-Μήτσο θα σε πάω εγώ σπίτι!
Εσύ μπορείς;Έχει χωματόδρομο κι έχει βρέξει,δεν θα βγεις εύκολα στην ανηφόρα από το κατ Αη Βλάση γυρίζοντας,παντού έχει λάσπες!
-Σήκω θα σε πάω εγώ είπα..Πήρα τον αέρα τώρα!
 Μπήκαμε στο αυτοκίνητο να πάμε σπίτια μας.!Άρχισε να σουρουπώνει!Πέρασα την στροφή στο ρέμα του χωριού με άνεση-την είχα φόβο από μικρός όταν την πέρναγα με το ποδήλατο-έφτασα πάνω από το Γυμνάσιο και πήρα τον χωματόδρομο για τον Κ. Άγιο Βλάσιο.
Λίγο πιο κάτω δίπλα από το δημοτικό σχολείο πέρασα μπροστά από το σπίτι μου. Από το ύψος του δρόμου και μέσα από το αυτοκίνητο έβλεπα μόνο τα κεραμίδια,κι έτσι δεν μπορούσα να δω αν με περίμεναν στην αυλή. Να σταματήσω ,ούτε λόγος..μεγάλη διαδικασία!Μόλις προσπεράσαμε το σπίτι μου 200 μ. πιο κάτω ο Μήτσος πετάχτηκε στον αέρα!
-Μαλάκα ξέχασα το σακβουαγιάζ στον Κακκαβά!Πρέπει να γυρίσουμε!
-Καλά ρε γατί το έβγαλες;Πως στο καλό γυρνάμε τώρα;
-Νόμιζα ότι δεν θα με πήγαινες εσύ..Πάμε θα το γυρίσω εγώ τ αμάξι!
Ο δρόμος ήταν στενός και χωματένιος,αλλά κάτω από το μαντρί του Καραγιώργου που χε αρκετό πλάτωμα αποφάσισα να γυρίσω τ αμάξι μόνος μου.
Περάσαμε ξανά μπροστά από το σπίτι μου,αλλά  κι αυτή τη φορά ήταν αδύνατο να κοιτάξω την αυλή,αφού  από το παράθυρο έβλεπα μόνο το τοιχίο το Γυμνασίου που ήταν από πάνω μας.

Φτάσαμε  πάλι στο καφενείο.
Πήραμε το  σακβουαγιάζ στα γρήγορα!Ο μπάρμπα Γιώργος ο Κακκαβας-Θεός σχωρέστον-βγήκε στην πόρτα γελώντας και μας ξεπροβόδισε λέγοντας:
-Σας έφαγαν οι γναίκες και αστοχάτε α;Μπλιαροκούταβα*,ε..μπλιαροκούταβα!!
Πήραμε πάλι τον ίδιο δρόμο. Μόλις έφτασα μπροστά στο σπίτι μου έπιασα με την άκρη του ματιού μου κάποιες σκιές στην αυλή. Άρχισε να σουρουπώνει για τα καλά και παρόλο το ύψος του δρόμου,πρόλαβα να δω ότι οι δικοί μου είχαν ανάψει τα φώτα της εξώπορτας,μα για να σταματήσω ούτε λόγος. Έπρεπε να πάω σπίτι του τον Μήτσο και να ξαναγυρίσω προτού πιάσει βαθύ σκοτάδι.
Προχώρησα αποφασισμένος.
Έπρεπε να τελειώσω το δύσκολο κομμάτι της οδήγησης που δεν ήταν άλλο από τον λασπωμένο χωματόδρομο.
Ευτυχώς όμως η βροχή είχε από ώρα σταματήσει!Άφησα τον Μήτσο και επέστρεφα επιτέλους σπίτι μου!

                                                                                         ❉❉❉❉❉❉❉❉
Στο σπίτι με περιμένανε από νωρίς το μεσημέρι..Ήταν όλοι ανήσυχοι γιατί  θα ρχομουνα πρώτη φορά με το αμάξι από Αθήνα όντας νέος οδηγός..Ο Πατέρας μου ήταν ο πιο ανήσυχος απ όλους..
-Και ξέρει αυτό το παιδί να οδηγάει Κώστα;Ρώτησε τον αδελφό μου
-Δεν του λεγες μωρέ Κώστα να ρθει μια και καλή το καλοκαίρι με τ αμάξι;
Έπρεπε να ρθει ντε και καλά τώρα;Ας έπαιρνε την συγκοινωνία, σων΄ και καλά με το αμάξι έπρεπε;Συμπλήρωσε η μάνα μου..
-Θα οδηγάει ο Μήτσος μέχρι Αγρίνιο, μην ανησυχείτε..
-Γιατί μέχρι Αγρίνιο;
 -Θα μείνει Αγρίνιο έχει δουλειές..Όντως αυτό ήξερε..
                                                                                         ❉❉❉❉❉❉❉❉
Όσο περνούσε η ώρα μαζεύτηκε όλη η οικογένεια γύρω από το τζάκι και με περιμένανε..Η καταιγίδα κι ο αέρας δεν άφηνε περιθώρια για παραπανισες βόλτες..Η μάνα μου είχε φτιάξει αλάδιαγη σπανακόπιτα λόγω Μεγαλοβδομάδας,και καλαμαράκια κονσέρβα με ψαρουμυρωδιές* που μ' άρεσαν για να με προϋπαντήσει.
Ο πατέρας μου είχε βάλει ένα ποτήρι κρασί αν και σπάνια έπινε σπίτι,και κάπνιζε στριφτό,από τον καπνό που χε καλά φυλαγμένο σένα κουτί στρογγυλό από κουβαρίστρες που χε η μάνα μου,γιατί έκλεινε αεροστεγώς με το τσίγκινο καπάκι και τον βόλευε.
Καθόταν στο πλάι ακουμπισμένος στο μαξιλάρι και μισοξαπλωμένος στο κρεββάτι, όπως το συνήθιζε. Το τσιγάρο όταν έσβησε τ' άναβε απλώνοντας το χέρι στο τζάκι,σε ένα μικρο σωρό από κάρβουνα που τα χε εκεί  από πριν μαζέψει με το ξυθαλι,να τα χει έτοιμα γι αυτή τη δουλειά..
Η μάνα μου όλο και κάτι έφτιαχνε στην κουζίνα. Ο Κώστας κατά την αγαπημένη του συνήθεια κουβάλαγε ξύλα για να ναι έτοιμα για την νύχτα στην αυλή. Η βάγια ήταν απορροφημένη στα βιβλία της.Ο Θόδωρος και ο Βασίλης "κεντούσαν¨τον πάτερα μου να τους πει καμιά παλιά ιστορία ,καλαμπούρια του παλιού καιρού δηλαδή για να γελάσουν.
Όταν είχε όρεξη ο πατέρας μου,έλεγε τέτοιες ιστορίες, και μεις τον χαζεύαμε.
Είχε έναν μοναδικό τρόπο να πλέκει την αλήθεια με τον μύθο,να κάνει την ίδια στιγμή το αστείο,γέλιο και κλάμα μαζί!
Εκείνη την μέρα, ο πατέρας δεν πρέπει να απόσωσε καμιά ιστορία! Σε κάθε ήχο αμαξιού που ακουγότανε κοντά στο σπίτι,τον διακόπτανε όλοι  φωνάζοντας:
-Ο Πέτρος ...ο Πέτρος και ξεχυνόταν στην αυλή.
Όλοι εκτός από τον πατέρα, και την μάνα !Μόλις γυρναγανε πάλι μέσα, βρίσκανε τον πατέρα όχι ξαπλωμένο μα μισοκαθισμενο στο κρεββάτι δίπλα από την αγκωνή.
-Δεν ήταν αυτός α?
-Δεν ήταν Πατέρα..
-Δεν σας είπα εγώ είναι νωρίς;Είναι νέος οδηγός θα αργήσει..
-Μα ο Μήτσος οδηγάει..
-Και σαν οδηγάει ο Μήτσος; Κι αυτός νέος οδηγός είναι..
Αυτό πρέπει να γίνε καμιά δεκαριά φορές μέχρι τις 6 το απόγευμα..
Τους είχαν ζώσει τα φίδια όσο περνούσε η ώρα..
Ο πατέρας δεν είχε άλλες ιστορίες κι είχε γυρίσει από νωρίς το κρασί σε ελληνικό καφέ..Ο Βασίλης σκάλιζε με το ξυθάλι αμήχανα τα κάρβουνα, κι ο Κώστας σηκώθηκε να φέρει κατά την προσφιλή του τακτική ξύλα για το βράδυ κι ας είχε κάνει μια ντάνα στην αυλή..
Με το που άνοιξε την πόρτα,μπήκε μέσα αλαλάζοντας..
Ο Πέτρος ο Πέτρος..γνώρισα το αυτοκίνητο!!
Πεταχτήκανε όλοι έξω !Και ο πατέρας και η μάνα αυτή την φορά!
-Που είναι ρε Κώστα ;Φώναξε η Βάγια
-Να τώρα κατεβαίνει από το Γυμνάσιο..Όπου να ναι θα φτάσει!
Με το που πέρασε το αυτοκίνητο όλοι στην αυλή φωνάζανε και κουνούσαν τα χέρια!
-Πέρασε Κώστα; είπε ο πατέρας μου
-Πέρασε η πάτερα..
-Και γιατί να μην σταμάτησε;
Ο Κώστας σήκωσε τους ώμους..
-Μάλλον θα πήγε να γυρίσει το αμάξι..
-Ναι σωστά..θα πήγε να το γυρίσει..
Μετά από λίγο βλέπουν να ξαναπερνάω προς τα πάνω.
Πάλι τα ίδια φωνάζανε κουνούσαν τα χέρια μα εγώ που να τους δω..
-Δεν σταμάτησε πάλι Κώστα;Ξαναρωτάει ο πατέρας μου
-Οχι..και δεν ξερω γιατί..Μπορεί κάτι να ξέχασε..
-Μπορεί...
Καθόταν όλοι σκεφτικοί στην αυλή..το ψιλοβρόχο είχε σταματήσει,μα λίγο τους ένοιαζε αυτό..
Λίγα λεπτά μετά ξαναπερνώ..
Νάτος....Νατος ξανάρχεται..
Αυτή την φορά χοροπηδάγανε όλοι λες και μπήκε γκολ στο γήπεδο Καραΐσκάκη..
Σαν σε χορωδία παρατεταγμένοι όλοι στην αυλή φωνάζανε κουνώντας τα χέρια μπας και τους δω:
-Πέτρο Πέτρο..
Του κάκου..δεν σταμάτησα πάλι...
-Δεν σταμάτησε Κώστα; είπε πάλι σκεπτικός ο πατέρας μου..
-δεν σταμάτησε πατέρα..
-Γιατί;
-Δεν ξέρω..που να ξέρω..
Περιμένανε λίγα λεπτά αλλά δεν φαινόμουν πουθενά..
Ξαναμπήκαν όλοι στο σπίτι..Ο πατέρας μου άναψε τσιγάρο παίρνοντας την φωτιά από το μικρο βουναλάκι κάρβουνων  που χε γι αυτή τη δουλειά,κι ας είχε την φωτιά πυροκαμι*  μπροστά του..Έχωσε το τσιγάρο του ανάμεσα στις στάχτες,να βρει κάποιο αναμμένο γιατί είχαν όλα σχεδόν είχαν σβήσει...Αφού τ' άναψε γύρισε προς τα μπρος μιας και τους είχε όλους πλάτη..
Ήταν όλοι απορημένοι και σκεφτικοί..Μα περισσότερο απ όλους ο πατέρας μου..
- Κώστα έφερες μεγάλα κούτσουρα στην αυλή..
-Έφερα ναι..
-Πολύ μεγάλα;
-Ναι έχω και πολύ μεγάλα..
-Πόσα από αυτά θέλουν κόψιμο για να χωρέσουν στο τζάκι
-5-6 σίγουρα..
-Κανεμ μια χάρη ρε Κώστα..Πετάξου και φράξε το δρόμο μ αυτά τα κούτσουρα,φράξτον καλα!!..Δεν το βλέπετε;; Το παιδί δεν μπορεί να σταματησ΄'..δεν το μάθε ακόμα καλά το αμάξι!!!

                                                                                    ❉❉❉❉❉❉❉
Μόλις μπήκα μέσα ακόμα γελούσαν..Δεν μιλούσε κανένας ..Γελούσαν όλοι  κάτω από τα ..μουστάκια τους..ακόμη και η μάνα μου που την είχε φάει περισσότερο απ όλους η αγωνία..
Σταμάτησες παιδάκιμ;Μου πε ο πατέρας..
Σταμάτησα ναι..γιατί..
Ε..άμα κατόρθωσες και σταμάτησες έμαθες να οδηγάς..
Αυτό ήταν ..Λες κι έδωσε το σύνθημα να αμολήσουν όλοι τα γέλια που με το ζόρι κράταγαν μόλις μπήκα!
Γελούσα και γω χωρίς να ξέρω..Μετά, στο φαγητό,στην λαχανόπιτα και τα καλαμαράκια με τις ψαρουμυρωδιές* με το φρεσκοζυμωμενο ψωμί,μου τα λέγαν βάζοντας ο καθένας την δικιά του"σάλτσα"...

                                                                                             ❉❉❉❉❉❉❉

 Ο πατέρας μου,ο Στέφανος Σπυρέλης, ο "μπάρμπα Στέφανος" όπως τον λέγανε στο χωριό, έφυγε από την ζωή την πρωταπριλιά του 2010 πλήρης ημερών. Κι 'όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει,το καλύτερο μνημόσυνο είναι τα λόγια του,οι συμβουλές ,τα χωρατά του και οι ιστορίες του ,να μένουν ζωντανά  και να περιπλανιένται   στα χείλη των ανθρώπων..

Η ιστορία είναι πραγματική και είναι αφιερωμένη στην μνήμη του..

Σπυρέλης Πέτρος..


*Σαισμα: Συνηθιζόταν παλιά όταν το άλογο ή το γαϊδούρι έμενε έξω από το καλύβι,να το αφήνουν σαμαρωμένο σκεπασμένο με κουρελούδες και αδιάβροχα,για να μην βρέχεται και να παραμένει έτσι το ζωντανό ζεστό..

*Μπιλαροκούταβα: Τα κουταβάκια που μόλις στέκονται στα πόδια τους και παίζουν αμέριμνα χωρίς να γνωρίζουν τους κινδύνους

*Ψαρουμυρουδιές: Άγρια χόρτα που προσδίδουν θαυμάσιο άρωμα στα ψαρικά..

*Πυροκάμι: δυνατή φωτιά με μπόλικα αναμμένα κάρβουνα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου