Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ -ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ -ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Μονάχα για τη γίδα της είχε στεναχώρια.......



 Όταν έπεσε το μεγάλο χιόνι έμεινε αποκλεισμένη απ’ το υπόλοιπο χωριό περίπου μια βδομάδα. Συνηθισμένη στα κρύα και την ερημιά, είχε κάνει από νωρίς τις προετοιμασίες της: έφερε τα κούτσουρα ως την κουζίνα, έφραξε με νάιλον τις τρύπες στα παράθυρα του χειμωνιάτικου, έστρωσε φλοκάτες και τη χοντρή μαντανία στη γωνιά της, δεξιά στο τζάκι. 

Μονάχα για τη γίδα της είχε μια στενοχώρια, θα πιανόταν στα σίγουρα η καψερή απ’ την ακινησία τόσες μέρες στο κατώι. Τύλιξε μερικές πατάτες και κρεμμύδια, άνοιξε γούβα στις στάχτες και τα άφησε να ψήνονται όλο τ’ απόγευμα. 
Ν’ άνοιγε τηλεόραση; Άδικος κόπος. Άμα χιονίζει εδώ πάνω είναι όλο διακοπές, την άφησε σβησμένη καλύτερα. «Μάνα, να ντύνεσαι καλά και μην κάνεις οικονομία στα ξύλα» της είπε προχθές στο τηλέφωνο ο γιος της «και συ, παιδάκι μου, και να τρως» απάντησε εκείνη και για ώρα πολλή σαν έκλεισαν, την είχε πάρει το παράπονο χαϊδεύοντας τη φωτογραφία, πρώτα την κορνίζα και ύστερα ένα-ένα τα πρόσωπα: τις εγγόνες της -η μεγάλη που ‘χει το όνομά της σε δέκα μέρες μπαίνει στα είκοσι- κι ύστερα για κάμποση ώρα το παιδάκι της -νωρίς που πήραν ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά του σαν τον πατέρα του, μονολόγησε- έτριψε τα μάτια, μακριά που ήταν στα αλήθεια το παιδί… 

Προς το απόγευμα πήγε ως το κατώι. Μια σκούρα πάχνη κάλυπτε νερά και λάσπες και ο αέρας εδώ κάτω μουδιασμένος πάγωνε τα κουρελάκια της γίδας της, το ίδιο και τα αυτιά της. Της άλλαξε νερό, το παλιό είχε πια πετρώσει κι ύστερα έβγαλε απ’ την ποδιά και της έδωσε μισό αχλάδι, βέλαξε και η γίδα ευχαριστημένη.
 Στο μισόφωτο των τοίχων μπορούσε να δει απ’ τις χαραμάδες με κάποια προσπάθεια τις κολώνες του απέναντι χωριού. 
Τώρα οι τσοπάνηδες θα αρμέγουν τα πρόβατα και οι γυναίκες τους θα ζεσταίνουν ψωμί στα τζάκια και θα ετοιμάζουν το τραπέζι. Όσο ζούσε ο άνδρας της, εποχιακός ταχυδρόμος και αυτοδίδακτος τσαγκάρης τέτοια ώρα συνήθως μαζευόταν, έτρωγε γρήγορα, έπιανε την αριστερή πλευρά του τζακιού και της έλεγε τα νέα των απέναντι ανθρώπων. Και όταν χιόνιζε πολύ και κόβονταν οι δρόμοι, εκείνος ξέμενε σπίτι και τότε περνούσαν οι τρεις τους, όλοι μαζί, πραγματικά ωραία. 
Τον έχασε νωρίς και ο γιος της ξενιτεύτηκε λίγο αργότερα, πάνε πια 35 χρόνια. «Περνάει ο καιρός, οι άνθρωποι γερνάμε, ρεύουνε τα τείχια στα σπίτια, αλλάζουν όλα χωρίς να το νιώσεις» είπε από μέσα της, σηκώθηκε και βγήκε στο μισοσκόταδο του απογεύματος. 

Απέναντι στο χωριό τα τζάκια άχνιζαν όλη μέρα. Μπάλωσε μια κάλτσα και κανά δυο φανέλες στο φως του τζακιού κι απ’ έξω το χιόνι, γυάλινο πια, είχε καλύψει για τα καλά πέτρες, πουρνάρια και ρίζες. Άπλωσε τα πόδια της στην αρχή της φωτιάς, ίσιωσε την πλεξίδα της κάτω απ’ το μαντήλι, έλυσε την ποδιά. Αποκοιμήθηκε γρήγορα. Ξύπνησε νύχτα από ένα φως άστραφτα μπλε, σχεδόν παραμυθένιο.
 Διαγώνια στο νάιλον είχε γεμίσει το φεγγάρι, μπλε στο κέντρο και στη άκρη ασημένιο. Σα λαμπερό άστρο, είπε δυνατά και έκανε τον σταυρό της. Όπως ήταν σκεπασμένη κρύωνε. Σηκώθηκε στα σκοτεινά, έριξε ένα σάλι πάνω απ’ το μαντήλι, φόρεσε τη χοντρή της ζακέτα και μετά τις γαλότσες, πήρε το ξύλο της και βγήκε στο λαμπερό χιόνι. Πάνω απ’ το κεφάλι της ακίνητα, χιλιάδες παγωμένα αστέρια άστραφταν ατελείωτα στον ουρανό και της φώτιζαν τον δρόμο. Ξαστεριά μες τον Νοέμβρη! Τα πόδια της άνοιγαν αργά βαθιές τρύπες στο πάχος του χιονιού, στεκόταν δυο λεπτά στη θέση της ασάλευτη, χάζευε τον έναστρο θόλο και ύστερα ετοίμαζε το επόμενο βήμα. Όμορφη που ‘ναι η νύχτα, σκέφτηκε και συνέχισε να σκάβει μες το χιόνι. 
Έτσι, διέσχισε αργά ολόκληρο τ’ αλώνι ως πέρα τα γκρεμίσματα. 

Κάποτε εδώ κατοικούσαν γείτονες, κόσμος καλός, αντάμωναν σε γιορτές και πένθη και έπαιζαν μαζί τα παιδιά τους, μα τώρα τούτος ο τόπος πλάκωσε σπίτια κι ανθρώπους, χάθηκε και η τελευταία της παρέα.
 «Δεν θα ξαναρθούνε άνθρωποι εδώ πάνω» φώναξε δυνατά η γριά και βούλιαξε μονάχη και αβοήθητη στο χιόνι.
 Έτσι να ‘ταν; Μες το πλατύ φεγγάρι του χειμώνα, μιλώντας μοναχή της, η Αλέξω διηγήθηκε στον εαυτό της όλη της τη ζωή, σίγουρα όχι πολύ σπουδαία για τους περισσότερους, μα ατελείωτη και κάποιες φορές ασήκωτη για εκείνη στο ζύγι. 
Και κάπως έτσι μαύριζε το χιόνι γύρω της και μαζί με τα κλάματα ο κακός χειμώνας μαύριζε και την καρδιά της. 

Μελαγχολία.
 Στον τόπο αυτό η απόγνωση της ανθρώπινης μοναξιάς μόνο μια λέξη βρίσκει σα νόημα και βαφτίζεται μελαγχολία. Έσυρε απ’ την τριχιά την κατσίκα της, σχεδόν αγκαλιά, ως μέσα στο σπίτι, της σκούπισε χιόνια και υγρασία και άρχισε να της μιλάει. Απ’ τις φλόγες του άγνωστου χώρου η γίδα τρόμαξε, μα γρήγορα ξεθάρρεψε σα ζεστάθηκε και έφερε χαρούμενες βόλτες μες το δωμάτιο. 
«Δε μιλάς και συ, γρι από λέξεις καταλαβαίνεις, μα δεν πειράζει. Ακούω την ανάσα σου και αυτό φθάνει. Υπάρχει ένας παράξενος βυθός για μένα στο μυαλό μου. 

Από καιρό κοιμάμαι στο ενδιάμεσο θανάτου και πραγμάτων κι ύστερα, ξύπνια, ονειρεύομαι εκείνα που κάποτε είχα, όλες τις περασμένες παρουσίες.
 Ώρες-ώρες κάτι μες το μυαλό μου βουίζει και γίνεται ανυπόφορο, μα υπάρχουν και φορές που εκεί μέσα κατοικεί ένα πουλί, σαν τα αηδόνια από εκείνα τα υπέροχα τραγούδια, ένα τόσο δα πουλάκι, βγαίνει μες το καταχείμωνο χρωματίζοντας τον μαύρο ουρανό, λυγίζει το κλαδί στον παγωμένο φράχτη και γίνεται άνοιξη. 
Ξέρω πως εδώ στο σπίτι η μυρωδιά του ξύλου αύριο θα καεί και αυτή, και τότε όλα θα παγώσουν. 

Μέχρι να γίνει αυτό, μονάχη περπατώ πάνω-κάτω στην κάμαρα και ο χρόνος μου, θαμμένος κάτω από τόσο καυτό χιόνι, έγινε από καιρό κάτασπρος και ανυπόφορος. Μα να, η καρδιά μου ακόμη σαλεύει, ημίκλειστη μες το πλατύ φεγγάρι κι αυτού του χειμώνα, παρέα με ένα τόσο δα αστέρι. Να κοίτα της λέω, η νύχτα γίνεται ξαφνικά πλωτή, ένα υγρό μπλε μαγικό φως την φωτίζει, και έτσι χωνεύεται ευκολότερα ως το ξημέρωμα».
 Δέκα μέρες έμειναν γίδα και γριά μαζί μες το σπίτι και κάπως έτσι θα περνούσε και τούτος ο χειμώνας.


 NIKH KOΛΛΙΑ/ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Σάββατο 23 Ιουνίου 2018

ΑΛΙΤΗΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ...




Αλιτήρια χρόνια..
Κελιά μικρά χωρίς πόρτα
με παράθυρο ανοιχτό
κι ανταρένια κάγκελα

Ολόκληρη η ζωη,
κατάντησε να γίνει,
αιώνια προσευχή
με μάσκα απώθησης οξυγόνου

Αλιτήρια χρόνια..
Κελιά με αόρατους τοίχους
κι αγκαλιές πνιγερές
από εύσχημους έρωτες..

Στην μύτη του κουταλιού
η ζάχαρη..
Κλωνί κλωνί δοσμένη
η ζωή..

Να ξεγελάτε μόνο είστε
την πίκρα του τσιγάρου
και του πιοτού την άσχημη ανάσα...

Κατανυγμα και φόβος
να μυρίσω,να γευτώ ,να  ζήσω
βαζοντας την μουτσούνα μου,
στις μικροχαραμάδες..

"Βασιλιάς Ληρ"

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΥΝΤΟΜΑ ΤΟ ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΒΛΑΣΙΤΗ ΚΩΣΤΑ ΣΒΟΛΗ ΜΕ ΕΝΤΟΝΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ!


















































Κυκλοφορεί σύντομα το δεύτερο μυθιστόρημα του συντοπίτη μας Κώστα Σβόλη,
"Το δικαίωμα των νεκρών", μετά το "Μαζί τους" που εκδόθηκε το 2014 και το οποίο είχε αποσπάσει πολύ καλές κριτικές!


Ο Κώστας Σβόλης γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Κατάγεται και από τους δύο του γονείς από τον Άγιο Βλάση. Σπούδασε στα ΤΕΙ Ηλεκτρολογίας στην Λαμία και από το 2001 εργάζεται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.
Το 2014 κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο “Μαζί τους” από τις εκδόσεις των συναδέλφων.  Από πολύ νωρίς και μέσα από την συμμετοχή του στο ευρύτερο αντικαπιταλιστικό & συνδικαλιστικό κίνημα δημοσιεύεις κείμενα του σε διάφορα έντυπα, εφημερίδες και δικτυακούς τόπους.
Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις των συναδέλφων το δεύτερο μυθιστόρημα του με τίτλο “το δικαίωμα των νεκρών”.
Στην γραφή του η ιστορία και τα πραγματικά στοιχεία ανασκευάζονται για να εξυπηρετήσουν την δημιουργία του μύθου: “Η ιστορία δεν υπάρχει μέχρι να γραφτεί ο μύθος της…” διαβάζουμε ανοίγοντας το βιβλίο πριν βουτήξουμε μέσα στην μυθιστορηματική περιπλάνηση.
Σε αντίθεση με το πρώτο του μυθιστόρημα, στο “δικαίωμα των νεκρών”  ο τόπος εκτείνεται πέρα από το μητροπολιτικό τοπίο της Αθήνας, μ' αναφορές που θα μπορούσε να αποδώσει  κάνεις  και στον τόπο της καταγωγής του. Αν και το νέο βιβλίο  φλερτάρει έντονα με το είδος του αστυνομικού μυθιστορήματος, τα στοιχεία της on the road γραφής και της υπαρξιακής αναζήτησης που υπάρχουν και στο “μαζί τους” παραμένουν καθοριστικά για το ύφος του συγγραφέα.

ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ:

Στην κηδεία του μπαρμπα-Νίκου εκτός από το Βασίλη και τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού είχαν έρθει και τρία μέλη από το παράρτημα της Π.Ε.Α.Ε.Α του Αγρινίου, μαζί μ' ένα κόκκινο στεφάνι. Την ώρα της δοξολογίας ο Βασίλης κάπνιζε μόνος του στον περίβολο της Αγια-Παρασκευής χαζεύοντας τα βαριά σύννεφα που περνούσαν με ταχύτητα πάνω από το νεκροταφείο. Όταν οι υπόλοιποι άρχισαν να ανηφορίζουν προς το χωρίο, οι τρεις παππούδες στάθηκαν πάνω από τον τάφο και με τις γροθιές υψωμένες άρχισαν να τραγουδούν το «Επέσατε θύματα». Στεκότανε παράμερα και περίμενε να τους καλέσει στο καφενείο, όπου είχε κανονίσει να σερβιριστεί η ψαρόσουπα, όπως όριζε η περίσταση.
Ο Βασίλης ήταν ο πιο κοντινός συγγενής από τους παρόντες κι είχε φροντίσει για τα πάντα μ' έναν τρόπο  που  δεν είχε κάνει ούτε στην κηδεία του πατέρα του. Στην πραγματικότητα είχε πάρει το ρόλο του γιου που δεν είχε αποκτήσει ποτέ ο μικρόσωμος γέρος με τα γυαλιά και το λεπτό μουστάκι. Αλλά και το δικό του κενό η απουσία που ένιωθε μέσα του ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, σαν να θρηνούσε ετεροχρονισμένα για όλες τις απώλειες της ζωής του. Δεν ήξερε καν αν θα μπορούσε να σταθεί στο χωρίο χωρίς την παρουσία του μπάρμπα του. Δεν   ήταν μόνο η συντροφιά και οι συμβουλές του, στην πραγματικότητα μέσα από τις συζητήσεις τους έβρισκε τον τρόπο να διαπραγματευτεί όσα δεν είχε κουβεντιάσει ποτέ κι όσα δε θα τολμούσε να κουβεντιάσει ποτέ με τον πατέρα του.. Ήταν τόσο διαφορετικοί που ποτέ δε θα μπορούσε να είχε κάνει αυτές τις συζητήσεις μαζί του χωρίς να προκαλέσει την οργή του. Χαμογέλασε πικρά όταν συνειδητοποίησε ότι, στην πραγματικότητα, ακόμα δεν είχε συμφιλιωθεί μαζί του , γι' αυτό προσέτρεχε στην εξιδανικευμένη φιγούρα του ανοιχτόμυαλου αμφισβητία της οικογένειας.  Στο μεγάλο τραπέζι κάθισε μαζί με τους παλιούς αντιστασιακούς, όχι μόνο για να τους κάνει παρέα. Πέρα από την οικειότητα που του βγάζανε ήθελε να ακούσει και ιστορίες για τον μπάρμπα του.
Είχαν αποφάει και οι χωριανοί έπαιρναν το δρόμο για τα σπίτια τους δίνοντας για μια ακόμα φορά τα συλλυπητήρια τους στον Βασίλη. Η κυρά Ευθυμία τραβήχτηκε στην κουζίνα της για να συμμαζέψει κι έμειναν μόνοι οι τέσσερίς τους μ' ένα μπουκάλι τσίπουρο στην μέση να λένε ιστορίες και χωρατά για το εκλιπόντα. Τα γέλια διαδέχονται τα δάκρυα και αν κάποιος δεν ήταν εξοικειωμένος μ' αυτόν τον τρόπο αποχαιρετισμού τω νεκρών, δύσκολα θα καταλάβαινε ότι αυτή η παρέα είχε έρθει από κηδεία. Είχε πια βραδιάσει όταν σηκώθηκαν από το τραπέζι, μα ο Βασίλης δεν τους άφηνε να φύγουν για το Αγρίνιο έτσι όπως ήταν πιωμένοι.
« Θα κοιμηθείτε  στου μπάρμπα μου, θα χαρεί πολύ να σας φιλοξενήσει.»
Εκεί, γύρω από το τζάκι συνέχισαν τις ιστορίες, κάποιες που τις είχαν ζήσει οι ίδιοι και άλλες που τις είχαν ακούσει. Τα γεγονότα μπερδεύονταν με τους μύθους και τα ανέκδοτα φτιάχνοντας νέες εκδοχές της πραγματικότητας, αφού και μεταξύ τους δεν συμφωνούσαν σχεδόν ποτέ εξ ολοκλήρου για τις ημερομηνίες ή τα πρόσωπα που εμπλέκονταν στις αφηγήσεις τους. Πολλά απ’ όσα μαρτυράγανε τα άκουγε για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ ο Βασίλης. Ο μπαρμπα-Νίκος κινιόταν πάντα στα όρια, στα όρια σε σχέση με το κόμμα, στα όρια σε σχέση με την οικογένεια, στα όρια των αμφιβολιών και των αναζητήσεων του. Άλλαζε επαγγέλματα και τόπους διαμονής, έφευγε και επέστρεφε στον τόπο του, προσέγγιζε και απομακρυνόταν από το κόμμα. Για το τελευταίο οι τρεις τους είχαν πολλές διαφωνίες, η μια άποψη έλεγε ότι όλα αυτά ήταν κατ εντολή του ίδιου του κόμματος, η άλλη υποστήριζε ότι ήταν αποτέλεσμα της ιδιοσυγκρασίας του και των έντονων αμφιβολιών που είχε πολλές φορές για την γραμμή. Άκρη δεν έβγαλε, πέρα από την αίσθηση ενός περίπλοκου και πολυδιάστατου ανθρώπου, έζησε στην Αθήνα, το Βόλο και στην Πάτρα, δούλεψε ως τυπογράφος, εμποροϋπάλληλος, ραδιοτεχνίτης, καλουπατζής, πλασιέ ειδών προικός. Ήταν αργά τη νύχτα, όταν αποκαμωμένοι από τις ιστορίες και το αλκοόλ αποφάσισαν να πέσουν για ύπνο όπως όπως στα ντιβάνια και τα ράντζα που είχε στρώσει ο Βασίλης. Πριν φύγει για το σπίτι του, του έδωσαν έναν χαρτοφύλακα από δερματίνι με φερμουάρ, σαν αυτή που είχε ο δάσκαλος στο σχολείο και έβαζε μέσα τα διαγωνίσματα. Του έκανε εντύπωση γιατί είχε χρόνια να δει τέτοιο χαρτοφύλακα.
«Εδώ θα βρεις κάποια πράγματα που μας ζήτησε να τα ψάξουμε ο μπάρμπας σου. Παλιές ιστορίες που τώρα τελευταία βάλθηκε να ξανασκαλίσει. Δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο και δεν ξέρω αν κι εσύ έχεις κάτι υπ’ όψιν σου. Όπως ήρθαν τα πράγματα αποφασίσαμε να στα παραδώσουμε».

Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ!

ΤΑ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ..

Είδα τον Κώστα  να ανεβαίνει ξεφυσώντας την ανηφόρα για να ρθει στον λόχο, όπως είχα πιάσει το προσήλιο στην γωνία της αυλής του στρατοπέδου,καθισμένος πάνω σ ένα τσιμεντένιο παγκάκι και ραχάτευα στην χειμωνιάτικη λιακάδα.Ανασκουμπώθηκα μέσα στο χοντρό τζάκετ μου,κι άναψα τσιγάρο.Λιακάδα με δόντια!Στις παρυφές των απέναντι λόφων υπήρχε ακόμα χιόνι,απομεινάρι της πρόσφατης κακοκαιρίας.
Οι ντόπιοι μας έλεγαν πως  λίγες φορές το έβλεπαν να πέφτει στην Θάλασσα και μεις μέσα σε δέκα μέρες το 'χαμε ήδη δει τρεις φορές!
Παραμονή των Χριστουγέννων όμως μας φύλαγε ο Θεός μια σχεδόν ανοιξιάτικη μέρα.Δυο μέρες πριν χιόνιζε και γελούσαμε αναμεταξύ μας όσοι μείναμε "μέσα" εκείνες τις γιορτές,πως δεν μας έκανε τουλάχιστον το χατήρι ο καιρός,να νοιώσουμε  τα Χριστούγεννα όπως έπρεπε!
Ο Φώτης,μας είχε τάξει κρασί Σαμιώτικο θυμάμαι,"που 'ταν αψύ"γιατί τάχατες είχε πολλούς βαθμούς και ήταν "ένα κι ένα" για το κρύο όπως μας έλεγε..
Μα σαν το δοκιμάσαμε λίγες ώρες προτού γυρίσει ο Κώστας,από την δεκαήμερη άδεια,τον πειράζαμε και του λέγαμε, ότι τον "λυπήθηκε ο Θεός κι έκανε λιακάδα,γιατί το κρασί που φερε δεν έκανε ούτε για γαργάρες"..Και γελάγαμε όλοι μαζί, μαζί κι ο Φώτης,γιατί δεν χωρούσε παρεξήγηση ανάμεσά μας,ακόμα και στα αστεία τα χοντρά.
Καμιά φορά σκέφτομαι ακόμα και τώρα, ότι εκείνη την εποχή,ψάχναμε να βρούμε το αστείο μέσα από τα πιο απλά,ακόμα και όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα.
Ζούσαμε να γελάμε με την καρδιά μας, σαν να θέλαμε να ξεχρεώσουμε την κατσουφιά από τα δύσκολα παιδικά χρόνια που  οι πιο πολλοί από μας είχαμε περάσει!
Ο Κώστας ήταν η ψυχή του Λόχου!Πηγή χαράς και ανεμελιάς!Δεν έχανε καιρό ο άτιμος!
Σκάρωνε φάρσες και πλάκες στο λεπτό μέχρι παρεξήγησης,αλλά  με το γεμάτο και αθώο γέλιο του  στο τέλος , μας έπαιρνε αμπάριζα και μας έκανε να γελάμε και μεις,ξεχνώντας την ντροπή από το χουνέρι που μας έστηνε!

Στάθηκα καλύτερα κι όσο κοντοζύγωνε τον κοιτούσα απορημένος. Η ανηφοριά για τον λόχο δεν ήταν πάνω από 200 μέτρα από την κεντρική πύλη του συντάγματος.
Τούτος έβαζε τελάλη μόλις μας έβλεπε από μακριά..Σταματούσε κάθε λίγο και λιγάκι,κάτι έλεγε,γελούσε και ξανασυνεχιζε.
Δεν ακούγαμε ποτέ κάθε φορά που  ανέβαινε τι έλεγε, ειδικά μετά από άδεια που χε περίσσεια χαρά  όπως και σήμερα ,γιατί τα λόγια του χανόταν στον αέρα, μα ξεχωρίζαμε μόνο το τρανταχτό του γέλιο.
Βγαίναμε όλοι τότε στην μικρή αυλή,μπροστά από τον λόχο,τον χαιρετούσαμε από μακριά και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια από τις κινήσεις του,τα νοήματα του και που γελούσε μόνος του!

Τούτη τη φορά το βήμα του ήταν γρήγορο.Δεν σταμάτησε ούτε μια φορά,κι ανέβηκε με μια ανάσα την ανηφόρα..Μόλις έφτασε στην μικρή αυλή μας,λαχανιασμένος και χωρίς να κόψει την γρήγορη περπατησιά  του γύρισε και μου 'πε μπαίνοντας στον λόχο:
-Θέλω να σου πω..μην φύγεις αν είσαι εξοδούχος!
Ο Νίκος, που ήταν λίγο πιο δίπλα,ο μοναδικός οδηγός ΡΕΟ*  του λόχου,με κοίταξε  κάνοντας ένα σωρό γκριμάτσες και κινήσεις απορίας με τα χέρια του.
Έφτασε κοντά μου,και σαν να μην έφταναν όλα  αυτά τα νοήματα μου πε..
- Τι έπαθε αυτός;
Έσβησα το τσιγάρο μου σε μια μικρή πέτρα που βρίσκονταν στην μύτη της αρβύλας μου..Γέλασα..
Ο Νίκος ήταν ένα από τα "θύματα" του Κώστα..Κάθε φορά που κατέβαινε στην Μύρινα για τα περίφημα "ώνια"** δεν είχε αφήσει τοίχο για τοίχο  από σπίτι και περίβολο,στα μικρά στενά της πόλης να μην τον γδάρει με το ΡΕΟ..
Ο Κώστας, συνοδηγός του πολλές φορές, τον είχε τρελάνει στο δούλεμα,μέχρι που  λεγε,με στόμφο σε όλους μας,όταν μαζευόμασταν στο Κ.ψ.μ***  "να αλλάξει  όνομα η οδός από το στρατόπεδο  μέχρι την πόλη και να πάρει το  δικό του ,"γιατί είσαι καλλιτέχνις ρε φίλε,έχεις αλλάξει την πόλη"και "δεν ξέρω πως θα ξεχρεώσω την Παναγία με τόσα τάματα που της έχω κάνει,αφού είμαι ακόμα ζωντανός με τον Νίκο οδηγό.."

Γύρισα και τον κοίταξα. Χαμογέλασα  αμήχανα..Λέω ποιος ξέρει τι σκάρωσε πάλι,πάω μέσα να δω..
Τον βρήκα στην γωνιά του κρεβατιού..Παλιός κι αυτός όπως και γω, ήταν στην γωνιά του θαλάμου,στο κάτω κρεβάτι της κουκέτας φυσικά, όπως όριζαν οι άγραφοι στρατιωτικοί κανονισμοί.

-Μαλάκα την έκανα την μαλακία μου πε πριν ακόμα καθήσω!Αλλά ρε φίλε το γουστάρω!Χαλάλι!
Τούτη την φορά δεν γέλασε,ούτε χαμόγελο καν δεν έσπασε. Τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν του διαβόλου και  πετούσαν φωτιές. Τα μαγουλά του ήταν αναψοκοκκινισμένα. Είχε ανάψει τσιγάρο παρότι δεν κάπνιζε. Ήταν φανερό ότι πέρναγε λούκι..
Έκατσα στο απέναντι κρεββάτι...Ήξερα ότι ήταν σοβαρό..
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής τον ρώτησα:
-Έχει φυλακή αυτό;
Δεν με κοίταξε καν κι αυτό με ανησύχησε πιο πολύ..
-Τι;;Φυλακή;;Μονο;;Στρατοδικείο και βάλε!!
-Ρε..τι μαλακία έκανες;Το σώζουμε;
Ο Κώστας δεν ήταν απλά φίλος. Έτσι τουλάχιστον ένοιωθα τότε. Ήταν η προσωποποίηση της χαράς,ο επαναστάτης χωρίς αίτια!Ήταν αυτός που ενσάρκωνε την έννοια του άπιαστου στις μετεφηβικές μας ανησυχίες,ο ευατός που ήθελα να έχω ,και αναπόφευκτα ο κολλητός μου!Άρα συνοδοιπόρος σε ότι τον απασχολούσε!
-Δεν ξέρω αν το σώζουμε..Ξέρω φίλε ότι την αγαπάω..
Πήρα βαθιά ανάσα ανακούφισης..
-Ελα ρε και με κοψοχόλιασες..Κοντός ψαλμός. Παίρνουμε μετάθεση σε λίγο,14 μήνες μετράμε στο νησί!'Έλα εσύ θα πας Αθήνα και γω Μεσολόγγι..Έχω διαίσθηση!!Έτσι θα γίνει..Και αν γίνει,που θα γίνει δηλαδή, σε  ένα μήνα βαριά θα είσαι δίπλα της..
Σηκώθηκε νευρικά..πήγε στον προθάλαμο.Έπιασε το μικρο παράθυρο. Τ' άνοιξε πέταξε το τσιγάρο του,κοίταξε λίγο έξω, το 'κλεισε  και ξαναγύρισε.
Στάθηκε από πάνω μου κουνώντας με δύναμη τα δυο του χέρια προς τα μένα:
-Μαλάκα την έκλεψα, και την έφερα εδώ!!!
Μαρμάρωσα!
-Ναι ρε φίλε την έκλεψα,πήγα σπίτι της,το βράδυ πριν ξεκινήσω με το καράβι..Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτή,δεν γίνεται!Την πήρα όπως ήταν , μόνο με τα ρούχα που φορούσε!
-Και τώρα που την έχεις;
-Την άφησα στο Λιμάνι..Κανόνισα μ εναν φίλο δόκιμο..
-Κανόνισες τι;..Ρε...ρε είσαι παλαβός;..Παλαβός είσαι τι λέω!Παλαβός για δέσιμο!Πες μου ότι είναι και ανήλικη να τρελλαθώ εντελώς!
-Έκλεισε δεν έκλεισε τα 18.Πριν φύγω από Αθήνα ,κανόνισα μ ένα γείτονα δόκιμο που έχει σπίτι στην Μύρινα..Αυτός απολύεται τώρα,υπηρετεί σε άλλο τάγμα,αλλά έχει ενοικιαστήριο μέχρι τέλος Απρίλη..Μου έδωσε τα κλειδιά. Γαμώτο φτάσαμε τσίμα τσίμα, δεν πρόλαβα να την πάω εκεί..Έπρεπε να ρθω εδώ ,να παρουσιαστώ στην ώρα μου,γιατί πρέπει  να ξαναβγω..Σκαστός εννοείται..Να την πάω σπίτι να την τακτοποιήσω και να τις πάω κάτι για φαγητό..

Οι κανόνες και η πειθαρχία είναι των στρατοπέδων,μα τα νιάτα, είναι αλλιώς!Η καρδιά και το συναίσθημα δημιουργεί  τους δικούς τους νόμους,αχρηστεύοντας όλα τα πρέπει και τα μη..!'Η αξία της φιλίας υπερτερεί όλων των άλλων,και η υπέρβαση των ορίων,η ενσάρκωση του άπιαστου έλκουν μια ανυπέρβλητη γοητεία.

Εντυπωσιάστηκα, από το παράτολμο της πράξης του..
Στάθηκα  εξαρχής δίπλα του,στοιχήθηκα στο πλευρό του.
Έπρεπε όμως τυπικά,να μιλήσω και με την λογική.
Ξέπνεα και χωρίς διάθεση να επαναλάβω τον ρώτησα:
-Ρε είσαι σίγουρος;Μήπως το μετάνοιωσες και δεν ξέρεις τι να κάνεις τώρα;
-Φίλε δεν ξανάνοιωσα ποτέ έτσι..Την γυναίκα αυτή θα την παντρευτώ!Θα γυρίσω Αθήνα..Θα τα πω όλα στους γονείς της κι αυτοί θα θα μας καταλάβουν...Είμαι σίγουρος,στην αγάπη όλοι κάνουν πίσω!..
Έπεσα τ ανάσκελα στο κρεββάτι μου κοιτώντας τις καλοστρωμένες κουβέρτες  της  από πάνω κουκέτας..
Με είδε προβληματισμένο κι αυτό τον άγχωσε πιο πολύ.Αφού έκοψε κάμποσες βόλτες πέρα δώθε στον μικρο διάδρομο του θαλάμου ανάμεσα από τα στοιχημένα και καλοφτιαγμένα κρεβάτια,των άλλων φαντάρων,ήρθε κι έκατσε δίπλα μου..
-Φίλε μόνο εσένα εμπιστεύομαι μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις..Αν είσαι φίλος πραγματικός εδώ θα φανείς..
Τέτοιες επικλήσεις σε κάθε νέο,είναι σαν να τον  χτυπάς στο κέντρο της καρδιάς και του φιλότιμου!Ήταν ο κολλητός μου και κει στην παγωμένη μεριά του στρατοπέδου,έπρεπε να το αποδείξω!
-Πες μου τι θες να κάνω!Στο φινάλε φινάλε αν είναι να πάμε στρατοδικείο θα πάμε μαζί!
Αγκαλιαστήκαμε..Είσαι φίλος μου 'πε και για πρώτη φορά γέλασε καθησυχασμένος..
-Λοιπόν..Έχω σχέδιο γι απόψε..Είσαι μέσα;
Το σχέδιο ήταν από αυτά που το απορρίπτει ο κάθε λογικός νους..Αλλά στα 20,δεν ξέρω πόση λογική μπορεί να υπάρξει..Όλα είναι λογικά όταν, ο άλλος είναι φίλος σου,η πρόθεση είναι καθαρή και  το κίνητρο είναι γυναίκα!Η καψούρα όπως λέγαμε τότε,το αγνό συναίσθημα του έρωτα!
Γύρισε και ανασκάλεψε το σάκο του. Αφού ψαχούλευε αρκετά έβγαλε από μέσα μια πένσα,και μου την έδειξε φορώντας το πιο δαιμόνιο γέλιο του.
-Να μ' αυτή θα κάνουμε δουλειά!!
Το σχέδιο ήταν απλό στην σκέψη,δύσκολο στην εκτέλεση,με  ρίσκο στρατοδικείου!
Σύμφωνα με το σχέδιο εγώ ήμουν δεκανέας αλλαγής**** στις 10 κι αυτός σκοπιά 8-10..Τελειώνοντας αυτός την σκοπιά,εγώ θα περνούσα από κει και  αφού φρόντιζα να διώξω τους άλλους σκοπούς,θα τον έπαιρνα ,θα περνούσαμε τις περιπολίες,θα περνάγαμε  το συρματόπλεγμα θα φτάναμε στον ψηλό φράχτη θα  τον κόβαμε με την πένσα και από κει θα γλιστρούσαμε στο μονοπάτι για την πόλη, που απείχε το πολύ μισή ώρα με τα πόδια..
Παραμονή των Χριστουγέννων υπολογίσαμε ότι οι μονιμάδες θα μπεκροπίνανε,δεν θα υπήρχε τόση τυπικότητα!Τι στο καλό!
-Τι στο καλό ρε Φίλε αναφώνησε μόλις τέλειωσε τις σκέψεις του,με τα μάτια ορθάνοιχτα!!Τι στο καλό!!Άμα αγαπάς όλα σου έρχονται όπως τα θες!!
Έμεινα να τον κοιτάζω αποσβολωμένος..Αν  είναι παλαβός αυτός ..Εγώ είμαι  άλλο τόσο..Τι στο καλό!!Μπροστά στην φιλία,χαλάλι το στρατοδικείο..
Το απόγευμα ήταν της...προσμονής και για τους δυο μας.Κάθε φορά που έμπαινα στον θάλαμο ο Κώστας έβγαζε από τον σάκο του την πένσα και μου την έδειχνε στα κρυφά,γελώντας σαρδόνια..Αλλάζαμε κάθε τρεις και λίγο σχέδιο στο μέρος που θα δράσουμε,στις λεπτομέρειες, αλλά όχι ότι  πολυστεκόμασταν εκεί..
Το μυαλό του Κώστα έτρεχε χωρίς σταματημό..Η στήριξή μου τον έκανε άλλο άνθρωπο! Βρήκε το γέλιο του ξανά,άρχιζε να το πειράζει  σιγά σιγά όποιος έμπαινε στον θάλαμο  κι ένοιωθε ιδιαίτερα ανακουφισμένος που κανείς δεν είχε καταλάβει τι λέγαμε και σχεδιάζαμε!
Τον είχε πιάσει μια ακατάσχετη λογοδιάρροια.Το μυαλό του είχε πάρει φόρα και η φαντασία του αχαλίνωτα δημιουργούσε εικόνες:
-Θα την δεις,θα την γνωρίσεις,και τότε θα δεις ότι ο φίλος σου δεν είναι τρελλός..Ξέρει τι κάνει,και ξέρει τι κάνει γιατί η καρδιά δεν κάνει λάθος..Θα δεις,θα δεις..είμαι σίγουρος ότι οι πατεράδες μας  θα μας καταλάβουν ,θα μας δώσουν την ευχή τους!Αμέσως θα παντρευτούμε τότε και ξέρεις τι φίλε;Θα βάλω μπρος για παιδιά αμέσως!Μα αρέσουν τα παιδιά!Είχαμε περάσει  την κουβέντα από τον γάμο του,φτάσαμε στα παιδιά πήγαμε και στα εγγόνια!
-Και φαντάζεσαι ρε φίλε να με δεις μετά από 30 χρόνια με 5 παιδιά και δέκα εγγόνια;Τι θα πεις τότε;
Δεν ήξερα τι να πω..Όσο ζύγωνε το βράδυ άρχισε να με πιάνει το άγχος.Δεν θα κάναμε και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο!Είχα  όμως πάρει την απόφασή μου! Για  τίποτα δεν θα 'κανα πίσω..Ήταν θέμα τιμής για μένα ..Λόγω τιμής!!
Το σχέδιο πήγαινε όπως το χαμε στο μυαλό μας. Από τον λόχο ακούγαμε τραγούδια και φωνές των παλιών υπαξιωματικών που ήταν "μέσα" εκείνο το βράδυ..Η βραδιά ήταν χαλαρή όπως το περιμέναμε, λες και συνωμοτούσε μαζί μας κι Θεάνθρωπος που γεννιόταν εκείνο το βράδυ..

Λίγο πριν τις  δέκα  πήρα τους φαντάρους ως δεκανέας αλλαγής  να τους πάω στις σκοπιές.
Έδωσα το τυπικό παράγγελμα βήματος και ξεκινήσαμε.
Σε κάθε σκοπιά που άλλαζα  έδιωχνα αμέσως τον προηγούμενο για τον λόχο λέγοντας του,ότι λόγω Χριστουγέννων δεν απαιτείται να 'μαστε τόσο τυπικοί να γυρίσουμε όλοι μαζί. Έτσι και στην τελευταία σκοπιά!Άφησα τον νέο σκοπό πήρα τον Κώστα και κάναμε πως πάμε προς τον λόχο.
Γρήγορα αλλάξαμε δρόμο και κοιτώντας γύρω μας με αγωνία μην μας πάρει είδηση κάνα μάτι,πιάσαμε τα σκοτάδια .Αφήσαμε  προσεκτικά τα όπλα μας στο μέρος που είχαμε σχεδιάσει.
Έπειτα ο Κώστας άρχισε να τρέχει χοροπηδώντας  μπροστά κουνώντας σαν σημαία την πένσα στο χέρι του,πέρασε σαν  Αγρίμι το συρματόπλεγμα, κι έφτασε στον πανύψηλο φράκτη του στρατοπέδου.
Ήμασταν στο μέσον ακριβώς των προβολέων που φώτιζαν τον περίβολο, είχε αρκετό σκοτάδι, αλλά βάζω στοίχημα ακόμα και τώρα πως οι σκιές μας διακρίνονταν από μακριά..
-Εύκολο ήταν ρε μου πε λαχανιασμένος μόλις τον έφτασα...Άπλωσε το χέρι του βιαστικά να κόψει το σύρμα..
-Όχι εκεί του λέω εκεί θα φαίνεται!κάπου να μην το πάρουν χαμπάρι εύκολα,μπορεί να το ξαναχρειαστουμε..
Κοιτάξαμε κατά μήκος του τεράστιου  φράκτη..Οι θάμνοι έμοιαζαν να 'ρχονταν πάνω μας  σαν θαλάσσιο κύμα έτσι όπως τους ανάδευε ο δυνατός αέρας..
-Που ρε, που;..Είχε θολώσει!Ήταν φανερό ότι το στρατόπεδο ήταν μια τεράστια φυλακή γι αυτόν,όσο ήταν απέξω από αυτό, ό μόνος άνθρωπος που 'δινε νόημα εκείνη την στιγμή στην ζωή του.. Το κορίτσι του..
-Εδώ φώναξα δείχνοντας μια σχετικά ψηλή συστάδα θάμνων. Χωθήκαμε ανάμεσα στις  χαμηλές ασφάκες. Ο Κώστας έβγαλε την πένσα και προσπάθησε να κόψει  το σύρμα.Τα βρήκε σκούρα!Το μικρό εργαλείο,δεν φαινόταν αρκετό να κόψει το χοντρό ατσαλένιο πλέγμα...
Έπειτα από μισή ώρα σχεδόν ξεφυσώντας και τραβώντας και οι δυο μας,  καταφέραμε να κόψουμε  δυο τρεις σειρές,αλλά ήθελε άλλες τόσες ακόμα ν ανοίξουμε μια μικρή τρύπα, για να μπορέσουμε να χωρέσουμε ,όταν ξαφνικά είδαμε ένα φως προβολέα να πέφτει δίπλα μας.

Πέσαμε ακίνητοι ανάσκελα μέσα στις ασφακες! Είχαμε ξεχάσει την εποχούμενη περίπολο που πέρναγε και έλεγχε τα "σύνορα" του στρατοπεδου!Το τζιπ σταμάτησε 10 μέτρα πιο πάνω από μας!Νόμισα ότι δεν ανάσαινα καν.Ο Κώστας, όπως ήταν ανάσκελα  ανασήκωσε το κεφάλι να δει.
-Μαλάκα ο διοικητής!Τι θέλει τέτοια ώρα εδώ;
Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι ο διοικητής περνούσε να πει τα "χρονιά πολλά" στους σκοπούς πάρα να κάνει έφοδο ή περιπολία..
Σταμάτησαν μαζί του και κατέβηκαν από το τζιπ ,ο ταγματάρχης και κάνα δυο λοχαγοί. Κάτι έλεγαν φωναχτά αλλά δεν καταλαβαίναμε..
-Τόσα "αστέρια"*****μέσα στην συννεφιά πρώτη φορά βλέπω μου ψιθύρισε ο Κώστας και έκανε έναν μορφασμό γέλιου χωρίς να βγάλει άχνα..Γέλασα και γω  με μορφασμό μάλλον μιμητικά..Από μέσα μου άλλα σκεφτόμουν..
Έκανα εικόνα τον ευατο μου να απολογείται στον στρατοδίκη,την μάνα μου να κλαίει,και τον πάτερα μου να ψάχνει να βρει μέσον να με βγάλει από την φυλακή..Είπα αυτό ήταν..Για μια γκόμενα την βάψαμε..Δεν το πα δυνατά ,μα νομίζω ότι κι Κώστας  αυτό σκεφτόταν. Καθόταν μαρμαρωμένος, σχεδόν πεθαμένος, με τα μάτια κλειστά ζορίζοντας τα  τόσο που λεγες πως θέλει  να τα σφραγίσει εντελώς να μην βλέπουν. Ούτε στον Γοργοπόταμο να ήμασταν!Η καρδιά μας χτυπούσε δυνατά τόσο που νόμιζα ότι θα την άκουγαν μέχρι το τζιπ ου διοικητή!Η αγωνία μας κράτησε λίγα λεπτά αλλά εμένα μου φάνηκε ότι ξημέρωνε.
Έδωσε ο θεός και κάποια στιγμή ανέβηκαν στο αυτοκίνητο.
Έβαλαν μπροστά την μηχανή και μόλις άρχισαν να απομακρύνονται σκουντάω τον φίλο μου που ταν ακόμα ανάσκελα σαν πεθαμένος,με τα μάτια σφιχτά κλεισμένα..
-Την γλυτώσαμε ,φεύγουν ,σήκω..
-Πες μου ότι δεν είσαι ο διοικητής πρώτα μου 'πε και διπλωθήκαμε πάνω στις ασφάκες και οι δυο από τα γέλια!!

Αμέσως πιάσαμε δουλειά. Μετά από λίγη ώρα γλιστρήσαμε σαν φίδια μέσα από το μικρο άνοιγμα που κάναμε και ξεχυθήκαμε αλαλάζοντας και τραγουδώντας προς την πόλη...Δεν μας ενδιέφερε πια..Αποδράσαμε και ήταν λες και δεν θα ξαναγυρνούσαμε ποτέ σ αυτό το "καταραμένο" στρατόπεδο!
Μόλις πιάσαμε το πλακόστρωτο της πόλης ο Κώστας με οδήγησε σε ένα καφέ.Το μαγαζί είχε ήδη  κλείσει, μα απέξω ,περίμενε υπομονετικά το κορίτσι του..
Φορούσε ένα λεπτό μαύρο μπουφάν και τζιν παντελόνι,που την έκαναν να τουρτουρίζει από το κρύο σαν σπουργίτι  πάνω σε χιονισμένο  δένδρο..
Τα μαλλιά της κατάμαυρα χυνόταν στους ώμους της κρύβοντας τα πανέμορφα γαλαζοπράσινα μάτια της.Η σιλουέτα της λεπτή και καλοσχηματισμένη..Ο Κώστας είχε δίκιο,ήταν πανέμορφη!
Αγκαλιάστηκαν κι αλλάξανε λόγια αγάπης τρυφερά χαιδολογωντας ο ένας τον άλλον. Εγώ στεκόμουν αμήχανος λίγα μέτρα πιο μακριά. Μετά από κάνα πεντάλεπτο την παίρνει από το χέρι και στάθηκαν  δίπλα μου.
-Από δω  ο φίλος μου,τι φίλος..αδελφός είναι..Χαιρετηθήκαμε ..Καθήσαμε λίγο στην προβλήτα του λιμανιού αγοράζοντας μια ρετσίνα από το ψιλικατζίδικο που ίσα που προλάβαμε ανοιχτό. Μείναμε  κάμποση ώρα εκεί, μιλήσαμε αστειευτήκαμε και μετά πήγαμε την κοπέλα στο σπίτι του δόκιμου.Την αφήσαμε εκεί,αφού πρώτα φροντίσαμε να γεμίσουμε το ψυγείο της με όσα μπορούσαμε να κλέψουμε από τα μαγειρεία και κουβαλούσαμε μαζί μας, για να μην μείνει νηστική μέχρι την επόμενη μέρα.

Γυρίσαμε παίρνοντας τον ίδιο δρόμο.
-Για πες για πες..πως την είδες;
Κούκλα,φίλε,Θεά,χαλάλι όλη η φασαρία,χαλάλι το ρίσκο!
Τα λόγια μου τον έκαναν να χοροπηδάει στο σκοτάδι σαν τον καλικάντζαρο των Χριστουγέννων..
-Μαλάκα δεν μπορείς να φανταστείς πως νοιώθω..Θα γίνει τρικούβερτο γλέντι στον γάμο μου φίλε!Και συ θα σαι σε περίοπτη θέση..Τι λέω εγώ...Κουμπάρος θα σαι!!Ναι κουμπάρος!
-Κάτσε να μπούμε μέσα γιατί έτσι όπως φωνάζεις θα κάνουμε κουμπαριά με την φυλακή του λέω!
Μπήκαμε από την μικρή τρύπα στο στρατόπεδο,πήραμε τα όπλα μας,ευτυχώς ήταν ακόμα εκεί,κι αφού φροντίσαμε να την κλείσουμε καλά να μην την πάρει κανένας χαμπάρι ώστε να την ξαναχρησιμοποιησουμε, μπήκαμε πατώντας στα νύχια μέσα στον λόχο. Κανείς δεν μα πήρε είδηση.Όλοι κοιμόνταν βαθιά από την κρασοκατάνυξη της προηγούμενης βραδιάς....

Δυο μέρες μετά μου ανακοίνωσαν ότι παίρνω μετάθεση για Μεσολόγγι. Ρώτησα τον λοχία που ταν στις μεταθέσεις,πατριωτάκι και παλιό γνώριμο, για τον Κώστα. Θα πάει Αθήνα μου πε, αλλά αργεί το φύλο πορείας. Θα το λάβει σε καμιά βδομάδα.
Πήρα το φύλο πορείας και πήγα να ετοιμάσω τα πράγματα μου στον λόχο. Ο Κώστας είχε πάρει εκείνη την μέρα 24άωρη άδεια.
Μόλις βγήκα στην αυλή χαιρέτησα έναν έναν τους φίλους μου..Ο Φώτης έκλαιγε σαν μικρο παιδί..Του πα για να τον παρηγορήσω ότι το κρασί που φερε ήταν πραγματικά καλό,και να μου χει ένα έτοιμο όταν πάω Σάμο να τον βρω.
Ο Νίκος μου πε περήφανα ότι είχε μια βδομάδα τώρα που δεν έκοψε καμιά γωνία σπιτιού στα σοκάκια του νησιού όταν κατέβαινε για τα ώνια,κι  ο Γιάννης ο μάγειρας από την Φλώρινα, μ' αγκάλιασε βουρκωμένος  δίχως να πει κουβέντα.
Ο Θανάσης από την Οβριακή Λαμίας μου έταξε λουκάνικο και κρασί Δομοκού όταν πάω εκεί,και μου πε χαλάλι οι 300 δρχ που του χρώσταγα από την επιταγή που δεν ήρθε ποτέ..
Για τον Κώστα δεν ρώτησα ήξερα που θα τον βρω..Πέρασα την πύλη κανονικά σαν κύριος αυτή την φορά,χαιρέτησα τους Αλφαμίτες και πήρα τον δρόμο για την πόλη..
Μόλις έφτασα στο Λιμάνι,πήγα προς την προβλήτα. Στα βράχια απέναντι τους είδα να κάθονται σφιχταγκαλιασμενοι να κοιτούν το ηλιοβασίλεμα..
Έβαλα τον δείκτη του χεριού μου διπλωμένο στο στόμα και σφύριξα δυνατά..Ο Κώστας πετάχτηκε κι ήρθε προς το μέρος μου. Από κοντά του κι η κοπέλα..Αγκαλιαστηκαμε..
-Μπαγάσα του είπα..στο πα..Εγώ Μεσολόγγι και συ Αθήνα..Σε καμιά  βδομάδα έρχεται το δικό σου  φύλο πορείας ..
Γύρισε χοροπηδώντας από την χαρά του για την καλή είδηση που του 'φερα, σφίγγοντας στην αγκαλιά του την κοπέλα του..
Αγκαλιαστηκαμε και οι τρεις.
Σταθήκαμε αμίλητοι για κάμποση ώρα παρατηρώντας τις σκιές μας να χάνονται καθώς έπεφταν και οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου..
Δώσαμε ξανά τα χέρια.΄
-Θα τα πούμε,θα μιλήσουμε με το καλό μόλις απολυθουμε είπα.
-Μαλάκα δεν θα χαθούμε ε;Υποσχεσου ότι δεν θα χαθούμε!!
-Δεν θα χαθούμε φίλε μου..Αυτό είναι σίγουρο..δεν θα χαθούμε !

Πέτρος Σπυρέλης

*         ΡΕΟ :Παλιό στρατιωτικό φορτηγο
**       Ωνια:Στρατιωτικά ψώνια,απαραίτητα για το στρατόπεδο..
***     Κ.ψ.μ:Κέντρο ψυχαγωγίας μονάδας-Κυλικείο στρατιωτικο
****   Δεκανέας Αλλαγής: Υπεύθυνος υπαξιωματικός για την σωστή αλλαγή των φρουρών σε κάθε                σκοπιά
***** Αστέρια:Τα διακριτικά  των αξιωματικών είναι αστέρια που φέρουν στις επωμίδες,χρυσά η
                          ασημένια ανάλογα τον βαθμό.








Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Τα σταφύλια της ζωής...








































Τα σταφύλια της ζωής 
Του Ευθ. Πριόβολου

 









2 Σεπτεμβρίου 2017

Άνθισαν, μεγάλωσαν τα σταφύλια, έκαναν καρπό, και τώρα θα τον τρυγήσουμε, θα τον πατήσουμε στους ληνούς, θα τον ματώσουμε, θα τον θανατώσουμε. 

Και το αίμα του καρπού μυστικά και ευχαριστιακά θα μετουσιωθεί σε «άωτον νέκταρ», στον κάλλιστο οίνο, στο παρήγορο ποτό της ζωής, στο βάλσαμο των πόνων, και στο αίμα «το περί πολλών εκχυνόμενον»! 
Ποιος θα έλεγε πως η λέξη «ληνός», το πατητήρι, σαν λέξη πάντα σήμαινε «τάφος»! Ποιος θα σκεφτόταν πως η λέξη «νέκταρ» σημαίνει αυτό που διασχίζει, που διαπερνάει, που νικάει τον θάνατο! 
Παλιοζωή, πόσο βαθιά, πόσο σοφή, πόσο εύθυμη είσαι με τα σταφύλια σου! Πώς τρυγάς την αγάπη! Πόσο αγάπη είσαι!

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

"ΠΑΝΗΓΥΡΤΖΙΔΙΚΗ ΕΥΧΗ"...

Αποτέλεσμα εικόνας για χρυσοσκονη σε χεριΣε Χρυσοκέντητο καντάρι η γέννηση και η ευχή 
μαζί..

Αργυρόγιομη δίνει ζωή και ραντίζει  χρυσόσκονη..

Μα όχι αληθινή..
Γιατί τούτη είναι ακριβή..

Πασπαλισμένη είναι με  στάχτη και  ήλιο μόνο.
Μόνο ήλιο χαρίζει  η ευχή..
Και τρόπο να δεις...
Κι αν δεν  δεις..

Στέκεται γύφτισσα η ζωή και λέει:
"Μεγάλο δρόμο θα διαβείς"..
χωρίς να απλώσεις χέρι..
Πανηγυρτζίδικη  λες  η ευχή  μετά..
και στο παζάρι  μια δεν πιάνει..

Λες και η ευχή βγαίνει από μπόλιασμα σε άγριο δένδρο..

"Βασιλιάς Ληρ"





Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΣΩΤΗΡΗ ΣΑΡΑΚΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ.































Η Κοινωφελής Επιχείρηση του Δήμου Αγρινίου και ο Φιλολογικός & 
Λογοτεχνικός Όμιλος <<Κων/νος Χατζόπουλος>>πραγματοποίησαν  εκδήλωση 
για τον ποιητή Σωτήρη Σαράκη χτες Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017 και ώρα 20.00 μ.μ. στο κτίριο της Τράπεζας Ελλάδος.
Την εκδήλωση χαιρέτησαν η Αντιδήμαρχος Πολιτισμού Μαρία Παπαγεωργίου & η Πρόεδρος του Φιλολογικού-Λογοτεχνικού Ομίλου <<Κωνσταντίνος Χατζόπουλος>>, Βασιλική Μαραγιάννη.
Η Παρουσίαση του έργου του ποιητή Σωτήρη Σαράκη έγινε από τους φιλολόγους:
Φρίντα Κολοβού- Μήτσιου Έλλη Αθανασοπούλου και η απαγγελία ποιημάτων από τον ηθοποιό – θεατρολόγο Πάνο Νάκο και τη φιλόλογο Σταυρούλα Σαράκη.
Ακολούθησε Χαιρετισμός από τον τιμώμενο ποιητή
Τους μελοποιημένους στίχους του ποιητή από τον κιθαρίστα Νίκο Δημούση.
ερμήνευσε η Χριστίνα Βιτζέντζου.
….

Φωτογραφία της ΑΚΡΙΒΗ ΚΟΥΚΗ.

Φωτογραφία της ΑΚΡΙΒΗ ΚΟΥΚΗ.
Φωτογραφία της ΑΚΡΙΒΗ ΚΟΥΚΗ.
Φωτογραφία της Katerina Papadimitriou.
Ο ποιητής Σωτήρης Σαράκης
Βιογραφία- Εργογραφία
1949: Έτος γέννησης του Σωτήρη Σαράκη στα χωριό Αμπέλια Αγρινίου. Είναι το μικρότερο σε ηλικία παιδί της πολυμελούς οικογένειας του Χριστόφορου Σαράκη και της Κωνσταντίας (το γένος Γ. Αγγέλη από τη Σαργιάδα).

Αδέλφια του: Θεοδώρα, Γιώργος, Κώστας, Δημητράκης, Βασίλης, Ελένη.

1967: Ο Σωτήρης Σαράκης αποφοίτησε από το εξατάξιο Λύκειο Αρρένων Αγρινίου και την ίδια χρονιά εισάγεται στην Πάντειο όπου σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες.

1972-1974: Εκπληρώνει τη στρατιωτική του θητεία.
από το 1976 και μετά εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών.

Είναι παντρεμένος με την Μαρία Παπακωνσταντίνου και έχουν μια κόρη.



 Εργογραφία
Κυκλοφόρησαν την τελευταία εικοσαετία 11 βιβλία του με ποιήματα


1994: Το Δέρας (ποιήματα της περιόδου 1971 –1985),Γκοβόστη

1997: Τα Αιφνίδια άστρα (ποιήματα 1985 – 1992), Καστανιώτη.

2000: Αγγειογραφία (ποιήματα 1992 – 1998), Ελλ. Γράμματα.

2003: Ψηφιδωτό από άφαντες ψηφίδες, Νεφέλη.

2006: Η τελετή, Νεφέλη.

2009: Πάθη των φθόγγων, Νεφέλη.

2010 : Νυχτερινά δρομολόγια , Αιγαίον, Λευκωσία.

2011: Δοκιμασίες και δοκιμές, Ποιήματα 1971-1998, Κουκκίδα.

2014: Στιγμή στο χάος, Ποιήματα 1999-2000, Κουκκίδα.

2016: Στις προθήκες, Κουκκίδα.

2017: Στο σιδεράδικο της Λήμνου, Κουκκίδα.



Το δέρας,
εκδόσεις Γκοβόστη (1994)


ΤΟ ΔΕΡΑΣ


Ξυπόλητοι σ’ αφήσαμε πατρίδα

Χαράματα ηλιοντυμένης μέρας

Και φύγαμε γοργοί για την Κολχίδα


Τρόπαιο να σου φέρουμε το δέρας.
[…]







Τα αιφνίδια άστρα, εκδόσεις
Καστανιώτη (1997)

ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ
Τι έχεις καημένε πλάτανε                                              

Της άνυδρης πλατείας μας

Και στέκεις μαραμένος

Τι έχω κι εγώ κι

Κι όλο γυρίζω πίσω

Στα εφτά μου χρόνια τότε

Που ο αγράμματος παππούς μου

Μου εδίδασκε τον ορισμό της ποίησης

Ανυποψίαστος τραγουδώντας


Τον πλάτανο και τον Αλή Πασά


Αγγειογραφία,
εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (2000)


Ο ΜΑΝΤΗΣ

[…]

Όμως εσείς, ποιητές,

όταν τιμάτε τριακοσίους και Λεωνίδα

μην παραλείπετε ποτέ να μνημονεύσετε

τον ταπεινών Θεσπιέων την υπέροχη έξαρση

και προπαντός μην προσπερνάτε

τον Ακαρνάνα Μεγιστία τον Μόνο

αυτόν που ως μάντης γνώριζε απ’ όλους πιο καλά

-το ‘πε κι ο Σιμωνίδης-

τι τον περίμενε, όμως έμεινε
[…]





Ψηφιδωτό από άφαντες ψηφίδες,
εκδόσεις Νεφέλη (2003)

Η ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ

[…]

=κάπως μπορώ για τόπους να σου πω, δες ένα σπίτι
κι άλλο σπίτι, μια δροσερή

αυλή, δες ένα δέντρο

είν΄ ένας Έλατος, ψηλός, μοναχικός με τη σκιά του περνάει ο αγέρας βουερός ανάμεσα

στους κλώνους του, εδώ

είναι η οδός Δ. Μακρή κι εκεί

η Παπαστράτου […]










Η τελετή,
Εκδόσεις Νεφέλη (2006)

Β. ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ

Ω των ηρώων παμμέγιστε ψυχή ακραία, στρατηγέ Καραϊσκάκη,

Ω εσύ, που συνοψίζοντας του Γένους την εσχάτη

περιφρόνηση

προς θάνατο και Αυτοκρατορία

γύρισες και απλώς έδειξες

έδειξες και στους δυο τα οπίσθιά σου.









Πάθη των φθόγγων, εκδόσεις Νεφέλη (2009)

ΤΟΠΙΑ

Μονάχα εκείνες οι φωτογραφίες

που ΄βγαζες τότε, οι μακρινές,

τα πρώτα χρόνια

χωρίς μηχανή

χωρίς καμιά μηχανή

μονάχα εκείνες

χωρίς το ελάχιστο ξεθώριασμα, ως το τέλος

θα σου κρατήσουν συντροφιά



και θα τις πάρεις οπωσδήποτε μαζί σου.








Νυχτερινά δρομολόγια, επιμ. σειράς: Θ. Πυλαρινός,
εκδόσεις Αιγαίον (2010)

ΜΑΚΡΙΑ!

[…]

λοιπόν μακριά!


μακριά απ’ τον αργαλειό της μάνας μου, μακριά

απ’ το λίκνο του εγγονού μου

μακριά απ’ τη ζωή μας κι απ’ τα ίχνη της

καινούργιους

καμαρώνετε θεούς, πλην έχω

για σας μιαν εμπιστευτική

πληροφορία, η ΥΒΡΙΣ

ήταν εδώ απ’ την αρχή του κόσμου και ποτέ



ποτέ δεν άλλαξε τη ρότα της



Δοκιμασίες και δοκιμές,
Ποιήματα 1971-1998,
εκδόσεις Κουκκίδα (2011)
Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός 

Στιγμή στο χάος, Ποιήματα 1999-2000,
εκδόσεις Κουκκίδα (2014)
Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός

Στις προθήκες,
εκδόσεις Κουκκίδα (2016)


Όχι, μάνα μου, όχι!
αυτό δεν έπρεπε
να ζήσω να το δω.
Μια ρόκα στο μουσείο
ρόκα κανονική μ’ αδράχτι
και ξύλινο σφοντύλι, ίδια σχεδόν
με τη δική σου
εκείνη την περίτεχνη που σου ‘χε φτιάξει
ο αδερφός σου, αυτός
που χάθηκε νωρίς, ίδια σχεδόν, αλλάζαν
λίγο τα σχέδια και δεν είχε

το ενσωματωμένο καθρεφτάκι,

Στο σιδεράδικο της Λήμνου,
εκδόσεις Κουκκίδα (2017







Αφιέρωμα του περιοδικού O Σίσυφος,
στον ποιητή Σωτήρη Σαράκη

Βιογραφικό

Θεοδόσης Πυλαρινός, «Η ποίηση του Σωτήρη Σαράκη» .

Γιάννης Κουβαράς, Στον αχό του χάους Δοκιμασίες και δοκιμές νοηματοδότησής του Σωτήρης Σαράκης.

Χριστίνα Καραντώνη, Των μονολόγων λέξεις δειλές Ένας μονόλογος πάνω στους Μονολόγους του Σωτήρη Σαράκη.

Κατερίνα Κούσουλα, Διεκδικώντας ταυτότητα ή Νυχτερινά δρομολόγια ζοφερής πραγματικότητας.

Χρυσούλα Σπυρέλη, Το ποίημα του Σωτήρη Σαράκη για τον αρχαίο μάντη Μεγιστία. Πρόκληση για μια νέα συνομιλία .

Γιώργος Χ Στεργιόπουλος, Σωτήρης Σαράκης, «Δάφνες επί ματαίω».

Μαρία Πολίτου, Ο ποιητικός «νεκρόδειπνος» του Σωτήρη Σαράκη «Απ' τα βαθιά της μνήμης ξεκινά η υλακή» .

Έγραψαν για το έργο του Σωτήρη Σαράκη


•Μάριος Βύρων Ραΐζης: To dheras, WORLD LITERATURE TODAY, Vol. 70, No 2 (March 1996, p.444).

•Δημήτρης Κατσαγάνης :(παρουσίαση) Πρακτικά 15ου Συμποσίου ποίησης,, Πάτρα 1997.

•Μάριος Μαρκίδης: «Μνήμη και φυγή της ποίησης» , εφ. Η Αυγή, 19-2-1998.

•Φρόσω Κλαμπανιστή: «Σ. Σαράκη, το “Ούτις”: Μια ποιητική ερμηνεία του ομηρικού Οδυσσέα», περ. Θέματα Λογοτεχνίας, 12 (1999).

•Γιάννης Κουβαράς (Τα αιφνίδια άστρα), περ. Θέματα Λογοτεχνίας, 18 – 21 (2001-2002).

•Αργύρης Χιόνης (παρουσίαση, ανθολόγηση) περ. Ακτή (ένθ. «Ελληνομουσείον»), 52 (2002).

•Ηλίας Κεφάλας: «Τα σπέρματα της ήττας», εφ. Η κυριακάτικη Αυγή, 2-5-2004.

•Αργύρης Χιόνης: «Η ελπίδα λέγεται ἐρινεός» , περ. Εντευκτήριο, τχ. 66, Σεπτ. 2004. •Σ. Λ. Σκαρτσής (παρουσίαση) Πρακτικά 24ου Συμποσίου ποίησης, εκδ. ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΩΝ, Πάτρα 2005.

•Θεοδόσης Πυλαρινός (Η τελετή), περ. Θέματα Λογοτεχνίας, 35 (2007).

•Χρίστος Παπαγεωργίου (Η τελετή), www.poeticanet.com (ηλεκτρον. περ. Poeticanet, 5 (2007).

•Αλέξης Ζήρας: «Μια στωική φωνή και διάφανη» (Η τελετή), περ. Πόρφυρας, 128 (2008).

•Θεοδόσης Πυλαρινός: «Τον κόσμο τον ορίζουν η τύχη και οι προξενητές» (Πάθη των φθόγγων), περ. Πόρφυρας, 133 (2009).

•Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: «Ποιήματα σε ιστορικό και προσωπικό φόντο» (Πάθη των φθόγγων), εφ. Η Αυγή της Κυριακής, 10-1-2010.

•Ντίνος Σιώτης (Πάθη των φθόγγων), περ. Poetix, 2 (2009-2010).

•Άννυ Κουτροκόη (Πάθη των φθόγγων), περ. Πάροδος, 33/ 34 (2010).

•Έλλη Φιλοκύπρου: « ‘‘Μετέωρα σήματα της ουτοπίας’’ στην ποίηση του Σωτήρη Σαράκη, περ. Θέματα Λογοτεχνίας, 44 (2010).

•Γεώργιος Παπαντωνάκης: «Μύθος και διακείμενα ως συνθετικά στοιχεία της ποιητικής ταυτότητας του Σωτήρη Σαράκη», 4ο Συνέδριο Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα 9 – 12 Σεπτ. 2010, «Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο από το 1204 ως σήμερα», www.eens.org/?page_id=1251.

•Αργύρης Χιόνης: Παρουσίαση του ποιητικού έργου του Σωτήρη Σαράκη (Ομιλία, 30 11. 2011), περ. Θέματα Λογοτεχνίας, 47 – 48 (2011).

•Θοδόσης Πυλαρινός: «Η ποίηση του Σωτήρη Σαράκη», Συνέδριο της «Αρχαιολογικής – Λαογραφικής Εταιρείας Θεστιέων», 11.6.2012, www.livemedia.gr/video/25488 [και στο περ. Ο Σίσυφος, 10 (2015)].

•Διονύσης Σέρρας: «Ο ποιητής Σωτήρης Σαράκης και μια ‘‘συνάντησή’’ του με τον Ανδρέα Κάλβο», εφ. Ερμής Ζακύνθου, 5-4-2013.

•Ανθούλα Δανιήλ (Νυχτερινά δρομολόγια), περ. Νέο Επίπεδο, περίοδος Γ , 4 (2013).

•Ανθούλα Δανιήλ (Δοκιμασίες και δοκιμές), περ. Ο Σίσυφος, 5 (2013).

•Νίκος Ορφανίδης (Δοκιμασίες και δοκιμές), περ. Ακτή, 96 (2013). [και σε: Νίκος Ορφανίδης, Ποιητών και πεζογράφων επίσκεψις, εκδ. ΑΚΤΗ, Λευκωσία 2013. Επίσης, στο www.frear.gr].

•Ανθούλα Δανιήλ (Στιγμή στο χάος), www.frear.gr, 24-1-2015.

•Διονύσης Σέρρας: «Μικρή αναφορά» (Δοκιμασίες και δοκιμές, Στιγμή στο χάος), εφ. Ερμής Ζακύνθου, 20.2.2015.

•Ανθούλα Δανιήλ (Στις προθήκες), www.frear.gr, 2-7-16.

•Παναγιώτης Βούζης: «Η δευτερογενής παρουσία αρχαιολογικών ευρημάτων και εκθεμάτων» περ. Πόρφυρας, 161 (2016).

•Γιάννης Στρούμπας: «Η ζωή στο μουσείο» , περ. Τα Ποιητικά, 24 (2016).

•Ανθούλα Δανιήλ: «Μουσείο επιφανών αγνώστων» , Η Αυγή της Κυριακής, 21-1-2017.

• Θεοδόσης Πυλαρινός: «Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σωτήρη Σαράκη», περ. Ο Σίσυφος, 12 – 13 (2017).

Ενα ποίημα του Σωτήρη Σαράκη εμπνευσμένο από την γενέτειρά του.

«GRYLLUS CAMPESTRIS»

Θέλω ν’ ακούσω ένα τριζόνι απόψε.

Απόψε που ’ναι η νύχτα έτσι γλυκιά και φεύγει

φεύγει κι αυτό το καλοκαίρι ώρα την ώρα

θέλω ν’ ακούσω ένα τριζόνι να επιμένει· όμως το θέλω

να ’ναι τριζόνι γνώριμο, από κείνα

των πρώτων μου καλοκαιριών, εκείνα

τα ανεξίτηλα.

Ποιος ξέρει αν

μεταναστεύουν τα τριζόνια

ζουν μοναχά ένα καλοκαίρι, ίσως αλλάζει

τόπο τον τόπο ο ήχος τους, πώς να γινόταν
το ποίημα «Gryllus campestis». Είναι το επιστημονικό όνομα του τριζονιού.

 Επιλογή κειμένων και βιβλιογραφίας:
Δρ. Χρυσούλα Σπυρέλη